Η παραγωγή λόγου για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις (προβλήματα και προβληματισμοί)

Share Now

Η παραγωγή λόγου για τις Πανελλήνιες Εξετάσεις (προβλήματα και προβληματισμοί)

Φροντιστήρια “ΘΕΤΙΚΟ” σας παρέχουν πληροφόρηση για τα σπουδαιότερα εκπαιδευτικά και επιστημονικά νέα!

1. Εισαγωγή

Η Παραγωγή Λόγου βρίσκεται στην καρδιά της διδασκαλίας και της αξιολόγησης του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Στις Πανελλήνιες Εξετάσεις μάλιστα από το 1947 έως το 2000 αποτελούσε την αποκλειστική άσκηση με θέματα που κινούνται προοδευτικά από τον σχολιασμό μιας σύντομης φράσης[1] έως μεγάλους εκθεσιότιτλους με παραθέματα και ζητουμένα[2].

            Με τη μεταρρύθμιση του 1999 (Αναλυτικό Πρόγραμμα, ΥΑ Γ2/1088, ΦΕΚ 561/06-05-1999) η Παραγωγή Λόγου στο Λύκειο παίρνει τη σημερινή της μορφή. Συγκεκριμένα, προβλέπεται για τη γραπτή έκφραση με τον αποφαντικό – κριτικό τρόπο

να προβληματίζεται ο μαθητής για ποικίλα θέματα και να εκφράζεται γραπτά με σαφήνεια· να χειρίζεται τους τρόπους πειθούς (επίκληση στη λογική, στο συναίσθημα, στην αυθεντία) και τα διάφορα μέσα πειθούς (επιχειρήματα, τεκμήρια, περιγραφές, μεταφορές, χιούμορ κτλ.) με τον κατάλληλο τρόπο για να πετύχει τον εκάστοτε επιδιωκόμενο στόχο· να αναπτύξει την ικανότητα να γράφει ποικίλα είδη κειμένων στα οποία κυριαρχεί ο αποφαντικός – κριτικός τρόπος ή παρουσιάζονται οι ποικίλες μείξεις του με τους άλλους τρόπους και να χρησιμοποιεί την κατάλληλη για την περίσταση γλωσσική ποικιλία.

            Έτσι, από τις Πανελλήνιες Εξετάσεις του 2000 εμφανίζεται η Παραγωγή Λόγου (άσκηση Γ) σε επικοινωνιακό πλαίσιο, η οποία βαθμολογείται έως το 2008 με το 1/2 των συνολικών μονάδων (50), ενώ από το 2009 και εξής με τα 2/5 (40).

 

2. Τα κριτήρια αξιολόγησης

Πριν προχωρήσουμε στη μελέτη των προβλημάτων που παρουσιάζονται στις «Εκθέσεις» των μαθητών στις Πανελλήνιες Εξετάσεις, αξίζει να ξαναθυμηθούμε τις σχετικές προβλέψεις της εξεταστέας ύλης (ΥΑ 141966/Δ2, ΦΕΚ 2894/12-09-2016), αφού στη βάση αυτών των κριτηρίων αξιολογούνται (ή τουλάχιστον θα έπρεπε να αξιολογούνται…) τα γραπτά των υποψηφίων:

Ο μαθητής παράγει κείμενο, ενταγμένο σε επικοινωνιακό πλαίσιο, το θέμα του οποίου σχετίζεται άμεσα ή έμμεσα με οικείους θεματικούς κύκλους από τη γλωσσική διδασκαλία.

Από τα διάφορα είδη γραπτού λόγου δίνεται έμφαση στην παραγωγή κριτικού – αποφαντικού λόγου, δηλαδή στην παραγωγή κειμένου στο οποίο κυριαρχούν η πειθώ, η λογική οργάνωση, η αναφορική λειτουργία της γλώσσας, π.χ. άρθρου, επιστολής, γραπτής εισήγησης κτλ. Στο πλαίσιο της παραγωγής κειμένου θα πρέπει να επιδιώκεται από τον μαθητή:

Α. Ως προς το περιεχόμενο του κειμένου: η συνάφεια των εκτιθέμενων σκέψεων με τα ζητούμενα του θέματος· η επαρκής τεκμηρίωση των σκέψεών του με την παράθεση κατάλληλων επιχειρημάτων· η ανάπτυξη όλων των θεματικών κέντρων· η πρωτοτυπία των ιδεών· ο βαθμός επίτευξης του στόχου που επιδιώκεται με το παραγόμενο κείμενο κτλ.

Β. Ως προς την έκφραση / μορφή του κειμένου: η σαφής και ακριβής διατύπωση· ο λεκτικός και εκφραστικός πλούτος· η επιλογή της κατάλληλης γλωσσικής ποικιλίας ανάλογα με το είδος του κειμένου· η τήρηση των μορφοσυντακτικών κανόνων· η ορθογραφία και η σωστή χρήση των σημείων στίξης κτλ.

Γ. Ως προς τη δομή / διάρθρωση του κειμένου: η λογική αλληλουχία των νοημάτων· η συνοχή του κειμένου (ομαλή σύνδεση προτάσεων, παραγράφων και ευρύτερων μερών του κειμένου)· η ένταξη του κειμένου στο ζητούμενο επικοινωνιακό πλαίσιο κτλ.

Ωστόσο, όπως αποδεικνύουν τα στατιστικά δεδομένα από τις Πανελλήνιες Εξετάσεις, οι επιδόσεις των υποψηφίων συνολικά (και στην Παραγωγή Λόγου) είναι απογοητευτικές, ακόμα και στις περιπτώσεις μαθητών που αριστεύουν στα υπόλοιπα τρία μαθήματα (Πίνακας 1).

Πίνακας 1: Οι επιδόσεις των υποψηφίων θετικών σπουδών στα εξεταζόμενα μαθήματα

3. Τα προβλήματα

Οι χαμηλές αυτές επιδόσεις (πάνω από το 40% του συνόλου των υποψηφίων κινούνται στην κλίμακα 12-15) αντικατοπτρίζουν παθογένειες που διαιωνίζονται παρά τη σαφήνεια των κριτηρίων αξιολόγησης που περιλαμβάνονται στην εξεταστέα ύλη.

            Συγκεκριμένα, όσον αφορά το περιεχόμενο των μαθητικών κειμένων παρατηρούμε:

  1. Ως προς την επάρκεια: Οι μαθητές του Λυκείου, «πεπεισμένοι» πως το βασικό πρόβλημα στην Παραγωγή Λόγου είναι η απουσία ιδεών, αναλώνουν την προετοιμασία τους στην απομνημόνευση καταλόγων με αίτια, συνέπειες κτλ. (τα «διαβόητα» bullets…) ή, χειρότερα, χρησιμοποιούν προκατασκευασμένα «εργαλεία» με τα οποία παράγουν «επιχειρήματα» σε τομείς. Το αποτέλεσμα είναι εξαιτίας του «άγχους της επάρκειας» να μετατρέπουν τα γραπτά τους σε μία ατελείωτη σειρά ισχυρισμών (πολλές φορές ελάχιστα σχετικών με το θέμα), χωρίς καμία προσπάθεια οργανωμένης και πειστικής επιχειρηματολογίας, παρά την αντίθετη πρόβλεψη στις οδηγίες αξιολόγησης του μαθήματος.
  2. Ως προς την πρωτοτυπία: Η εμμονή στην απομνημόνευση «καταλόγων» στερεί προφανώς κάθε ικμάδα δημιουργικότητας από τα γραπτά των μαθητών με αποτέλεσμα να διαβάζουμε στα Βαθμολογικά Κέντρα πανομοιότυπα γραπτά που αναπαράγουν κατεστημένες κοινοτοπίες.
  3. Ως προς την επίτευξη του στόχου: Τα κείμενα των μαθητών είναι στη συντριπτική τους πλειονότητα «απρόθετα». Αντιμετωπίζουν τα ζητούμενα του θέματός τους σαν ερωτήσεις σε ένα «θεωρητικό» μάθημα με τις οποίες αξιολογούνται οι γνώσεις τους… Συχνά μάλιστα μοιάζει μοναδικός σκοπός της συγγραφής να είναι η κατάκτηση ενός υψηλού βαθμού για να εισαχθούν στα πανεπιστήμια, ο οποίος όμως δεν επιτυγχάνεται, καθώς, όπως με σαφήνεια ορίζεται, εξετάζονται στην παραγωγή ενός κειμένου σε συγκεκριμένο επικοινωνιακό πλαίσιο, που πρέπει επομένως να πληροί τους αντίστοιχους επικοινωνιακούς στόχους.

            Όσον αφορά την έκφραση / μορφή των γραπτών παρατηρούμε:

  1. Ως προς τον λεκτικό και εκφραστικό πλούτο: Η ποιότητα της γλωσσικής έκφρασης ενός ατόμου εξαρτάται από ένα πολύ μεγάλο πλήθος παραγόντων που σχετίζονται με τα γλωσσικά ερεθίσματα στα οποία εκτίθεται. Παρ’ όλα αυτά, στις «Εκθέσεις» των μαθητών στις Πανελλήνιες Εξετάσεις ελάχιστα μπορούμε να αξιολογήσουμε την εκφραστική τους ικανότητα, γιατί, «πεπεισμένοι» πως «αλλιώς μιλάμε και αλλιώς γράφουμε», προσπαθούν να γράψουν μιμούμενοι τα γλωσσικά πρότυπα των κειμένων που εμείς κατά κόρον τους διδάσκουμε, δοκίμια γραμμένα δεκαετίες πριν που έχουν χάσει την επαφή τους με τη φρεσκάδα του νεοελληνικού λόγου. Επειδή μάλιστα οι μαθητές του 21ου αιώνα δεν είναι οι δοκιμιογράφοι της δεκαετίας του ‘60… (άλλωστε δεν είναι αυτός ο στόχος της Παραγωγής Λόγου στη Μέση Εκπαίδευση), η μίμηση είναι «μάλλον» αποτυχημένη, αφού περιορίζεται στην παρεμβολή στα κείμενά τους «καλών λέξεων» που έχουν με κόπο απομνημονεύσει και με τις οποίες πιστεύουν πως θα εντυπωσιάσουν τους βαθμολογητές.
  2. Ως προς τη γλωσσική ποικιλία: Στις Πανελλήνιες Εξετάσεις βλέπουμε τα αποτελέσματα της εμμονής της γλωσσικής διδασκαλίας στον ακαδημαϊκό λόγο από το Γυμνάσιο ακόμη. Το ύφος των μαθητικών γραπτών είναι σχεδόν πάντοτε δοκιμιακό (παρ’ ότι ουδέποτε το ζητούμενο επικοινωνιακό πλαίσιο είναι το δοκίμιο) και άρα απολύτως ακατάλληλο επικοινωνιακά.

            Όσον αφορά τη δομή / διάρθρωση του κειμένου παρατηρούμε:

  1. Ως προς τη λογική αλληλουχία των νοημάτων: Η γραφή των περισσότερων μαθητών είναι συνειρμική, καθώς, όπως προαναφέραμε, θεωρούν πως το ζητούμενο της συγγραφής είναι η απόδειξη των γνώσεών τους γύρω από το εξεταζόμενο θέμα και όχι, όπως στην πραγματικότητα συμβαίνει, η έκφραση του γνήσιου προβληματισμού τους. Στην καλύτερη περίπτωση η δομή του κειμένου τους είναι «προσθετική», όλα τα «επιχειρήματά τους δηλαδή συνδέονται συζευκτικά (επίσης, παράλληλα, επιπροσθέτως…).
  2. Ως προς το επικοινωνιακό πλαίσιο: Για τους υποψηφίους των Πανελληνίων Εξετάσεων το επικοινωνιακό πλαίσιο λειτουργεί προσχηματικά: είτε το αγνοούν είτε, συχνότερα, περιορίζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του (ένας τίτλος για να γίνει μια «σχολική έκθεση» άρθρο, μια προσφώνηση για να γίνει ομιλία ή επιστολή).

 

4. Προτάσεις

Όλα αυτά τα προβλήματα (ειδικά όταν εμφανίζονται στα κείμενα μαθητών που αριστεύουν στα υπόλοιπα μαθήματα[3]) προκαλούν δικαιολογημένο προβληματισμό και όχι μόνο στην εκπαιδευτική κοινότητα. Δεν είναι βέβαια πρόθεσή μας (ούτε φυσικά μπορούμε) στο περιορισμένο πλαίσιο αυτού του άρθρου να δώσουμε οριστικές απαντήσεις στα προβλήματα αυτά που χρονίζουν. Θεωρούμε πάντως πως στη βάση τους βρίσκεται η «φροντιστηριοποίηση» του μαθήματος, η δημιουργία δηλαδή μιας μεθοδολογίας για την προσέγγιση όλων των θεμάτων του διαγωνίσματος  (περίληψη, ασκήσεις, παραγωγή λόγου), που τυποποιεί τη σκέψη των μαθητών και εμποδίζει την έκφραση της δημιουργικότητάς τους. Η μεθοδολογία αυτή -που μπορεί στα υπόλοιπα μαθήματα να είναι αποτελεσματική- φαίνεται να απευθύνεται στον «μέσο» μαθητή που στοχεύει απλώς να μην «εκτεθεί» (κυριολεκτικά και μεταφορικά…) στις Εξετάσεις, παρά στον άριστο μαθητή που θέλει να αποδείξει τις γνωστικές και γλωσσικές του ικανότητες. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται περίτρανα από τα αποτελέσματα των Πανελληνίων Εξετάσεων, όπως εκτέθηκαν στην αρχή αυτού του άρθρου.

            Σε ό,τι αφορά λοιπόν τη διδασκαλία της παραγωγής κειμένων θεωρούμε αποσπασματικό και μονομερές το σημερινό «μηχανιστικό» μοντέλο, που εμμένει στο περιεχόμενο και αγνοεί τους παράγοντες που προσδίδουν κειμενικότητα στον λόγο, και προτείνουμε το «κειμενοκεντρικό – διαδικαστικό» μοντέλο (Ματσαγγούρας, 1999), που αξιοποιεί τα πορίσματα της θεωρίας της λογοτεχνίας και της κειμενογλωσσολογίας. Το μοντέλο αυτό διακρίνει τη συγγραφή σε τρία στάδια: το προσυγγραφικό, το συγγραφικό και το μετασυγγραφικό.

            Στο προσυγγραφικό στάδιο (το οποίο οι περισσότεροι υποψήφιοι παραλείπουν επικαλούμενοι έλλειψη χρόνου) ο μαθητής καλείται αρχικά να «αυθεντικοποιήσει» το κείμενό του, λαμβάνοντας υπόψη τον κειμενικό τύπο («επιχειρηματολογία» στις Πανελλήνιες Εξετάσεις) και το είδος (άρθρο, προσχεδιασμένος προφορικός λόγος, ομιλία κτλ.), τον πομπό – συγγραφέα / ομιλητή, τον αποδέκτη – αναγνώστη / ακροατή και, τελικά, τον σκοπό της συγγραφής. Με αυτό τον τρόπο το μαθητικό κείμενο αφενός θα αποκτήσει προθετικότητα, αφετέρου θα ενταχθεί στο ζητούμενο επικοινωνιακό πλαίσιο, όπως ορίζουν οι οδηγίες αξιολόγησης. Στη συνέχεια προχωρά στην «παραγωγή ιδεών» με μια τεχνική όπως, για παράδειγμα, ο καταιγισμός ιδεών (brainstorming), αντλώντας υλικό από τις εμπειρίες και τα βιώματά του, από τις σχολικές του γνώσεις, ακόμα και από το συνοδευτικό κείμενο. Έτσι, θα αποφευχθεί σε μεγάλο βαθμό η τυποποίηση την οποία παρατηρούμε στα γραπτά των υποψηφίων και θα επιτευχθεί η επιδιωκόμενη πρωτοτυπία. Στο τέλος του προσυγγραφικού σταδίου ο μαθητής θα «οργανώσει» τις ιδέες του στον άξονα της λογικής, σχηματίζοντας με αυτές ευρύτερα επιχειρήματα.

            Στο συγγραφικό στάδιο ο μαθητής θα μετασχηματίσει τις οργανωμένες ιδέες του σε συνεχή λόγο με σαφήνεια, γλωσσική συνοχή, νοηματική συνεκτικότητα και ύφος ταιριαστό με τις απαιτήσεις του επικοινωνιακού πλαισίου. Και σε αυτό το στάδιο προτείνουμε ο υποψήφιος των Πανελληνίων Εξετάσεων, αντί να «αξιοποιεί» το επιτηδευμένο λεξιλόγιο που προτείνουν οι «ειδικοί», να εμπιστευτούν το προσωπικό του ύφος, που θα προσδώσει φυσικότητα και αυθεντικότητα στον λόγο.

            Στο μετασυγγραφικό στάδιο ο μαθητής ελέγχει το κείμενό του, αποτιμώντας τον βαθμό στον οποίο αυτό ανταποκρίνεται στον σκοπό που έχει τεθεί στο προσυγγραφικό στάδιο. Ο τελικός αυτός έλεγχος ξεκινά από τη μακροδομή και οδηγείται στην παράγραφο, την πρόταση, τη λέξη. Φυσικά ο χρόνος που διαθέτει ο υποψήφιος των Πανελληνίων Εξετάσεων για το στάδιο αυτό είναι λιγοστός και, επομένως, οι βελτιώσεις που θα επέλθουν δεν μπορεί να είναι εκτεταμένες.

5. Επιχειρηματολογία

Θεωρούμε πως μία σύντομη αναφορά στην επιχειρηματολογία και την οργάνωσή της είναι απαραίτητη σε ένα άρθρο που αφορά τα προβλήματα που εμφανίζονται στην παραγωγή λόγου των μαθητών στις Πανελλήνιες Εξετάσεις. Γιατί, όπως προαναφέρθηκε, παρ’ ότι ρητά ορίζεται ως εξεταζόμενος κειμενικός τύπος η επιχειρηματολογία, οι μαθητές συντάσσουν (στην καλύτερη περίπτωση) πληροφοριακά κείμενα με αναπόδεικτες θέσεις και ισχυρισμούς. Το γεγονός αυτό οφείλεται κυρίως στην απουσία από τη διδακτική πράξη ενός στέρεου θεωρητικού μοντέλου δόμησης της επιχειρηματολογίας. Προτείνουμε εδώ σύντομα το μοντέλο επιχειρηματολογίας του Toulmin (1979), του Βρετανού φιλοσόφου και παιδαγωγού, το οποίο είναι ιδιαίτερα χρήσιμο στις περιπτώσεις που το ζητούμενο είναι «ανοιχτό», επιτρέπει δηλαδή στους μαθητές να διατυπώσουν ελεύθερα άποψη και να επιχειρηματολογήσουν πάνω σε αυτή. Το μοντέλο περιέχει πέντε παράγοντες και μπορεί να εφαρμοστεί είτε σε επίπεδο παραγράφου είτε και σε ολόκληρη την παραγωγή λόγου (έκθεση):

  1. Ισχυρισμός (claim): πρόκειται για την αποδεικτέα θέση του επιχειρήματος (π.χ. «δεν πρέπει να επιτραπεί η χρήση κινητών τηλεφώνων εντός του σχολικού χώρου).
  2. Δεδομένο (fact): το αποδεικτικό υλικό πάνω στο οποίο βασίζεται ο ισχυρισμός (π.χ. «τα κινητά τηλέφωνα έχουν τη δυνατότητα καταγραφής εικόνας και ήχου»).
  3. Εγγύηση (warrant): η γενική αρχή η οποία συνδέει τον ισχυρισμό με τα δεδομένα (π.χ. «η καταγραφή των προσωπικών δεδομένων χωρίς άδεια αποτελεί παράνομη πράξη»).
  4. Υποστήριξη (backing): αιτιολόγηση της εγγύησης (π.χ. «τα προσωπικά δεδομένα μπορεί να χρησιμοποιηθούν για τον εκβιασμό του ατόμου»).
  5. Αντίκρουση (rebuttal): η αναίρεση της αντεπιχειρηματολογίας (π.χ. «οι μαθητές καταγράφουν προσωπικά τους δεδομένα και εκτός σχολείου, αλλά η εκπαίδευση δεν μπορεί να επιβραβεύει αθέμιτες συμπεριφορές.

 

6. Εφαρμογή

Ας δοκιμάσουμε μία ενδεικτική εφαρμογή του «κειμενοκεντρικού – διαδικαστικού μοντέλου» (προσυγγραφικό στάδιο) και του μοντέλου επιχειρηματολογίας του Toulmin στο θέμα της Παραγωγής Λόγου του διαγωνίσματος από τις Πανελλήνιες Εξετάσεις του 2016.

Σε ομιλία 500 έως 600 λέξεων που θα γράψετε για να εκφωνήσετε σε εκδήλωση του σχολείου σας, με θέμα τις ανθρώπινες σχέσεις στη σύγχρονη εποχή, να εκθέσετε: α) τα χαρακτηριστικά της γνήσιας φιλίας, όπως εσείς την αντιλαμβάνεστε και β) την άποψή σας σχετικά με τον ρόλο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης / διαδικτύου στη δημιουργία σχέσεων φιλίας.

Αυθεντικοποίηση του κειμένου:

1) Κειμενικός τύπος / είδος: επιχειρηματολογία – ομιλία, 2) Πομπός: μαθητής, 3) Δέκτης: γονείς – καθηγητές – συμμαθητές, 4) Περίσταση επικοινωνίας: εκδήλωση του σχολείου με θέμα τις ανθρώπινες σχέσεις, 5) Σκοπός: έκφραση γνώμης

Παραγωγή Ιδεών (brainstorming):

Ζ1: Χαρακτηριστικά γνήσια φιλίας

1) Αμοιβαιότητα, 2) Ανιδιοτέλεια, 3) Εμπιστοσύνη, 4) Ειλικρίνεια, 5) Σεβασμός, 6) Εκτίμηση, 7) Αγάπη, 8) Κατανόηση, 9) Εχεμύθεια, 10) Αφοσίωση, 11) Εντιμότητα, 12) Συντροφικότητα, 13) Αλληλεγγύη…

Ζ2: Επίδραση ίντερνετ στη δημιουργία γνήσιων φιλιών

1) Θετική: α. Νέες γνωριμίες, β. Υπέρβαση των αποστάσεων. 2) Αρνητική: επιφανειακή και ψευδαίσθηση κοινωνικότητας.

Οργάνωση Ιδεών:

Προσφώνηση: Αξιότιμοι γονείς και κηδεμόνες, Αγαπητοί καθηγητές, Φίλοι συμμαθητές, κυρίες και κύριοι.

§1 (πρόλογος): 1) Καλωσόρισμα – ευχαριστίες – περίσταση επικοινωνίας (εκδήλωση του σχολείου για τις ανθρώπινες σχέσεις). 2) Επιβεβαίωση του Δ1: ενώ οι φυσικές αποστάσεις μεταξύ των ανθρώπων συρρικνώνονται (ανάπτυξη μέσων επικοινωνίας και συγκοινωνίας, αστικοποίηση κτλ.) οι ψυχικές διευρύνονται (ανταγωνισμός, μοναξιά, επιφανειακές σχέσεις κτλ.) → και οι φιλικοί δεσμοί διέρχονται κρίση (φιλίες «διά το χρήσιμον» ή «δι’ ηδονήν», απρόσωπες κτλ.). 3) Σκοπός – Σύνδεση με Ζ1: για να υπάρξει μια γνήσια φιλία στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης, πρέπει να κατανοήσουμε τα διαχρονικά της χαρακτηριστικά.

§2 (Ζ1Α): Για να υπάρξει μία φιλία έχει ανάγκη: 1) αγάπη – συντροφικότητα – αφοσίωση, 2) σεβασμό – εκτίμηση – αποδοχή – κατανόηση.

§3 (Ζ1Β): Μια γνήσια φιλία βασίζεται στην: 1) αμοιβαιότητα – ισοτιμία, 2) εμπιστοσύνη – ειλικρίνεια – εχεμύθεια – εντιμότητα, 3) ανιδιοτέλεια – αλληλεγγύη.

§4 (μεταβατική): 1) Συμπέρασμα: η φιλία είναι δεσμός σπάνιος και γι’ αυτό χαίρει της γενικής εκτίμησης σε κάθε κοινωνία και εποχή. 2) Επιβεβαίωση Δ2 (μέσα κοινωνικής δικτύωσης): τεράστια διάδοση του facebook, messenger κτλ. μεταξύ των νέων. 3) Σύνδεση με Ζ2: η τεράστια αυτή διάδοση αναπόφευκτα επηρεάζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης δράσης, επομένως και τη φιλία.

§5 (Ζ2Α): Ισχυρισμός, Εγγυήσεις & Υποστήριξη: Το διαδίκτυο ασκεί θετική επίδραση στις φιλικές σχέσεις: 1) νέες γνωριμίες, 2) υπέρβαση των αποστάσεων.

§6 (Ζ2Β): Αντίκρουση: 1) Αντεπιχειρηματολογία: α. επιφανειακή και απρόσωπη επικοινωνία, β. ψευδαίσθηση κοινωνικότητας. 2) Αντίκρουση: α. η συμβολή του διαδικτύου είναι σημαντικότερη στη διατήρηση παρά στη δημιουργία φιλικών σχέσεων. β. πρόκειται για μία νέα μορφή κοινωνικότητας.

§7 (επίλογος): 1) Συμπέρασμα Ζ2: στον καιρό του διαδικτύου η φιλία αποκτά νέα διάσταση, που τρομάζει τους μεγάλους, αλλά ενθουσιάζει τους νέους. 2) Σκοπός: παρ’ ότι άλλαξαν τα μέσα επικοινωνίας, τόσο η ανάγκη του ανθρώπου για έναν καλό φίλο, όσο και το περιεχόμενο της γνήσιας φιλίας παραμένει αναλλοίωτο.

Επιφώνηση: Ευχαριστώ για την προσοχή σας

 

7. Συμπεράσματα

Κλείνοντας το σύντομο αυτό άρθρο πρέπει να παρατηρήσουμε πως η διδασκαλία του μαθήματος της Νεοελληνικής Γλώσσας έχει φτάσει σε τέλμα, αφού η πολύχρονη παρουσία του στις Πανελλήνιες Εξετάσεις την έχουν «εργαλιοποιήσει» σε σημείο που να τυποποιεί τόσο τη γλώσσα όσο και τη σκέψη των μαθητών, χωρίς παρ’ όλα αυτά να εξασφαλίζει ικανοποιητικές βαθμολογίες ακόμα και στους μαθητές που πασχίζουν γι’ αυτές. Είναι λοιπόν ώρα για μια ριζική μεταρρύθμιση που να θέτει σε μια πιο στέρεη βάση τη διδασκαλία και την αξιολόγηση του μαθήματος.

Πηγή:alfavita.gr

Share Now